Αναζήτηση

Ανάσταση Διονύσου, τα Έθιμα της Άνοιξης

Ανάσταση Διονύσου, τα Έθιμα της Άνοιξης

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

του Dimitris Margaritis

Του Δία ήτονε ο γιος μαζί με τη Σεμέλη

Προστάτευγε το θέατρο, τον οίνο και τ’ αμπέλι

Η Ήρα όμως θέλησε να την ετιμωρήσει

Την έγκυο έξε μηνώ, και είπε τζη μια ρήση:

«Γοργά ντυσου, γοργ’ άλλαξε γοργά ζήτα απ’ το Δία

Μπροστά σου να εμφανιστεί με τη μορφή τη θεία

Και όρκισέ τον τόν θεό στη μάνα του τη Ρέα

Στης Στύγας το ιερό νερό μες τον χρυσό αμφορέα

(Νερά όπου εμβάπτισε η Θέτιδα κρατώντας

Από τις φτέρνες τις τρωτές τον Αχιλλέα βουτώντας

Και κουβαλεί απ’ τις πηγές ακούραστα η Ίρις)

Μονάχα τότε πάνω του το σώμα σου να γείρεις».

Μια το ‘πε και μια το ‘κανε κι έπιασε το κόλπο

Το δόλιο το τέχνασμα προκάλεσέ τση κόρπο

Που ο θεός δεν μπόρεσε εντέχνως ν’ αποφύγει

Δείχνοντας την αγάπη του, μα η Σεμέλη επλήγη

Και χάθηκε σαν βρέθηκε στων αστραπών το χώρο…

Μα ο Δίας περιέσωσε το έμβρυο το πρόωρο

Το πήρε και το έραψε μέσα εις το ποδάρι

Να μην το αφήσει έκθετο στην Ήρα να το πάρει

Εν τέλει εγγενήθηκε και το στείλε στη Νύσα

Στις νύμφες και τους έδειξε πώς να ποιούν τη νήσσα

Να κάνουν πως φροντίζουνε έναν αμνό στη μάντρα

Να μεγαλώξει το μωρό και να μυρίσει τ’ άντρα.

Μπαξές ε(γ)ίνη πού ‘σπερνε το κέφι και τη χάρη

(Σαν που ‘σπερνε η Δήμητρα πάνω στη (γ)ης το στάρι)

Βόλτα τον Κόσμο έφερε, υδρόγεια τη σφαίρα

Στην Νάξο όμως κατέληξε για πάντα μία μέρα.

Ο κύρης και ο άρχοντας ο Ζευς ευτής της νήσου

Την έλευση ευλόγησε του γιού του Διονύσου

Π’ αν κι εεννήθει δυο βολές καμμιά δεν θα πεθάνει.

Νυμφεύθηκε του Μίνωα κόρη, την Αριάδνη

Απ’ το Θησέα έκλεψε κι έκρυψε στη Δονούσα

Τον έρωτά τους χαίρονταν, τα ηφαίστεια δονούσα(ν).

Στεφανωμένος με κισσό, με του κρασού τη φλάσκα

Στο Δράμα όλοι να φορούν επέβαλλε τη μάσκα

Θέατρα τ’ αφιέρωσαν με σχήμα απ’ αχιβάδες

Σ’ ευτόν που τον εντάντεψαν οι νύμφες οι Υάδες

Στα αστρικά τις έβαλε, γι’ αυτό, ο Δίας σμήνη

Τις κουβερνάντες του υιού π’ εέννησε απ’ την κνήμη.

Β.

Κει που βαρούσαν τα όργανα και στήναν παναύρια

Του Διονύσου ιερό εχτίσανε στα Ύρια

Τραούδουν και χορεύγανε μεσ’ σε οργίων γλέντι

Τιμώντας τον Διόνυσο της Νάξου τον αφέντη

Μεθούσαν υπό του κρασού επήρεια και του οίνου

Που ο Βάκχος των εδίδαξε να φτιάχνουν και να πίνου(ν)

Γιατί ‘τονε τόσο γλυκιά του σταφυλιού η ρώα

Που να τρυήσουν το κρασί κανένας δεν ενόα

Πως τα πατούνε τα τσαμπιά μέσα στα πατητήρι

Μούστο να βγάνουν να γενεί κρασί μες στο ποτήρι

Μες σε βαρέλια ζύμωση παθαίνει η αλκοόλη

Πριν το πιοτό σερβιριστεί να τσοι ευφράνει όλοι

Με των βιολιών τις δοξαριές κι αρπίσματα λαγούτου

Εθάρρειες πως επίσπευδε το βράσιμο του μούστου

Ήταν θερμό κι ευνοϊκό στον τόπο ευτό το κλίμα

Κι ευδοκιμούσε άκοπα τ’ αμπέλι και το κλήμα

Προβιές φορούσανε από - προβάτο και κριάρι

Και με κουδούνια ζώνουνταν κανονικοί μοσκάροι

Σε κρεβατίνα πλέκανε σαν αργαλειό τ’ αμπέλι

Καθώς με στραβοβελονιά κεντούν το αμπαδέλι

Βαρούσανε τα όργανα, φαλλοί υπερμεγέθεις

Που ήταν αποκύημα της πιο μεγάλης μέθης.

 πηγή: Facebook/Οι μυθολόγοι

logo light footer