Λέξεις με ενδιαφέρουσα αρχαία προέλευση: δάκος ~
δάκος (ο)
δίπτερο παρασιτικό έντομο που καταστρέφει κυρίως τον καρπό τής ελιάς· κοινώς «μύγα τής ελιάς».
[ΕΤΥΜ. Eλληνογενής ξέν. όρ., < νεολατ. dacus «παρασιτικό έντομο», που πλάστηκε με βάση το αρχ. δάκος (τό) «θηρίο με επικίνδυνο δάγκωμα – ιοβόλο φίδι» < αόρ. β΄ ἔ-δακ-ον, ρ. δάκνω «δαγκώνω», βλ. κ. δαγκώνω].
"Δάκος" - "θηρίο με επικίνδυνο δάγκωμα-ιοβόλο φίδι
Απρόβλεπτες επιβιώσεις αρχαίων λέξεων και ονομάτων σε σημερινές νεοελληνικές λέξεις...
«έπ' ἀληθείας περί ἐλαχίστων μόνον λέξεων
τῆς γλώσσης δύναταί τις νά εἲπῃ
ὅτι ὄντως ἀπώλοντο». (Γ. Χατζηδάκις. ΜΝΕ)
πηγή: Facebook/Κέντρο Λεξικολογίας-γλώσσα, λέξεις, λεξικά
