Δημόσιο: Ζητούν κατάργηση της εισφοράς 2% – «Πληρώσαμε 3,9 δισ. ευρώ για την ανεργία»
Την άμεση κατάργηση της ειδικής εισφοράς 2% που παρακρατείται εδώ και 15 χρόνια από τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων για την καταπολέμηση της ανεργίας ζητά η Ένωση Υπαλλήλων Περιφερειακών Υπηρεσιών ΥΠΕΠΘ Μακεδονίας–Θράκης.
Με επιστολή της προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, θέτει ένα καίριο ερώτημα: από τη στιγμή που η ανεργία έχει υποχωρήσει πλέον κάτω από το 10%, γιατί η κράτηση εξακολουθεί να επιβάλλεται;
Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω των ποσών που, σύμφωνα με την Ένωση, έχουν συγκεντρωθεί από το 2011 μέχρι σήμερα: οι ετήσιες εισπράξεις υπολογίζονται σε περίπου 270 έως 275 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό εκτιμάται ότι έχει φτάσει πλέον τα 3,9 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για χρήματα που αφαιρούνται από τις αποδοχές των εργαζομένων στο Δημόσιο μέσω μιας εισφοράς η οποία θεσπίστηκε μέσα στην οικονομική κρίση, με σκοπό την ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων απασχόλησης και την αντιμετώπιση της ανεργίας.
Το 2% που παρακρατείται από το 2011
Όπως επισημαίνεται στην επιστολή, από το 2011 οι δημόσιοι υπάλληλοι καταβάλλουν ειδική εισφορά 2% επί των τακτικών αποδοχών, των πρόσθετων αμοιβών και των αποζημιώσεών τους.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση είχε συνδέσει την κατάργηση της συγκεκριμένης εισφοράς με την υποχώρηση της ανεργίας κάτω από το 10%. Πλέον, όπως σημειώνει, η ανεργία βρίσκεται σε μονοψήφιο ποσοστό, όμως η παρακράτηση συνεχίζεται κανονικά.
Και γι’ αυτό θέτει ευθέως το ερώτημα:
«Αφού η ανεργία έπεσε κάτω από το όριο που είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την κατάργηση της εισφοράς, γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να την πληρώνουν;»
Πού πηγαίνουν τα 3,9 δισ. ευρώ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μία ακόμη διάσταση που αναδεικνύει η Ένωση: πού καταλήγουν τα χρήματα που εισπράττονται από την εισφορά.
Σύμφωνα με την επιστολή, παρά την ονομασία της, η ειδική εισφορά δεν καταλήγει σε αυτοτελή λογαριασμό της ΔΥΠΑ. Έως το 2018 τα σχετικά έσοδα καταγράφονταν στον ΚΑΕ 0828, ενώ από το 2019 καταγράφονται στον Αναλυτικό Λογαριασμό Εσόδων 1150106001 του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζεται, τα ποσά εντάσσονται στα γενικά έσοδα του κράτους και δεν αποδίδονται απευθείας στη ΔΥΠΑ ως ξεχωριστή εισφορά.
Η Ένωση θέτει έτσι και δεύτερο ερώτημα προς την κυβέρνηση:
«Πώς ακριβώς αξιοποιούνται τα δισεκατομμύρια που παρακρατούνται από τους δημοσίους υπαλλήλους στο όνομα της καταπολέμησης της ανεργίας;»
Η σύγκριση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα
Στην επιστολή τίθεται παράλληλα θέμα ανταποδοτικότητας αλλά και ίσης μεταχείρισης σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.
Όπως αναφέρει η Ένωση, η ειδική εισφορά 2% που καταβάλλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι ανταποδοτική με την άμεση έννοια, καθώς μέσω της συγκεκριμένης κράτησης δεν αποκτούν αντίστοιχο δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας ή άλλες σχετικές παροχές.
Αντίθετα, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα καταβάλλουν εισφορές υπέρ ανεργίας που συνδέονται με επιδόματα ανεργίας και προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης.
Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με την επιστολή, η εργατική συμμετοχή στην αντίστοιχη εισφορά του ιδιωτικού τομέα ανέρχεται σε 1,20%, έναντι 2% που επιβαρύνει τους δημοσίους υπαλλήλους.
«Έγινε μόνιμη παρακράτηση»
Δεκαπέντε χρόνια μετά την επιβολή του μέτρου, οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι μια εισφορά που θεσπίστηκε σε έκτακτες οικονομικές συνθήκες έχει πλέον μετατραπεί σε μόνιμη επιβάρυνση των μισθών στο Δημόσιο.
Η Ένωση ζητά από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να προχωρήσει στην άμεση κατάργησή της, επικαλούμενη τόσο την υποχώρηση της ανεργίας όσο και τις οικονομικές πιέσεις που δέχονται οι δημόσιοι υπάλληλοι εξαιτίας της ακρίβειας.
«Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να σηκώνουν το βάρος μιας “προσωρινής” εισφοράς που έχει εξελιχθεί σε μόνιμη παρακράτηση χωρίς καμία ανταποδοτικότητα», καταλήγει η Ένωση.
Γράφει ο Διονύσης Παπατριανταφύλλου
