Μαθαίνοντας για τον Τόπο μου
"Βγαίνοντας λίγο πιο έξω από τη Μονεμβασιά"
Η Λάκκα είναι μια μικρή κοιλάδα που βρίσκεται στο οροπέδιο του Αϊ Κωνσταντίνου, στα Κουλέντια και περικλείεται απ' τα γύρω βουνά : Αϊ Κωνσταντίνου, Αργαστηράκια, Γαλάρη και Βλάχου Καλύβι.
Λόγω της γεωφυσικής ιδιομορφίας της, υπήρχαν σκέψεις στα χρόνια της δεκαετίας 1970-1980, να κατασκευαστεί εκεί ένα φράγμα συγκράτησης των υδάτων, που ήταν εύκολο να γίνει, αλλά τελικά τα σχέδια δεν ευοδώθηκαν.
Είναι η περιοχή των τσοπάνηδων, των γιδιών, των πηγαδιών και φυσικά του Αϊ Κωνσταντίνου. Ακόμη και σήμερα έχει τριγύρω εκεί, τρία μαντριά.
Φθάνοντας κάποιος στη Λάκκα, στο ύψος που στρίβει ο δρόμος για τον Αϊ Κωνσταντίνο, θα αντικρίσει το πρώτο πηγάδι-πηγή που ήταν του "Ταχυδρόμου" . Προχωρώντας στην ευθεία προς του Μασούρη το Ρέμα θα συναντήσει το δεύτερο πηγάδι που ανήκε στο Δάσκαλο (Κοντάκο). Στο ίδιο ύψος ακριβώς, απέναντι από το μικρό ρεματάκι, θα αντικρίσει του Βαγγέλα και συνεχίζοντας ακόμη πιο κάτω, λίγο πιο δεξιά από το γκρεμισμένο σπίτι, θα συναντήσει το δεύτερο πηγάδι του Δάσκαλου, που είχε μάλιστα και γεράνι και πιο κάτω και τελευταίο, του "Σαραντάκου".
Το γεράνι, ήταν μία πρόχειρη μηχανική κατασκευή που είχαν εφεύρει, προκειμένου να αντλούν εύκολα το νερό.
Πάνω σε ένα χοντρό ξύλο, είχαν δέσει στο ένα άκρο του μια πέτρα, που είχε μια τρύπα στη μέση, για να περνούν το σχοινί και στο άλλο του άκρο είχαν δέσει το σχοινί με τον κουβά, για το νερό. Το ξύλο αυτό, το είχαν προσαρμόσει πάνω σε ένα άλλο κατακόρυφο ξύλο, με ένα είδους κοχλία (χοντρή βίδα) για να μπορεί να κινείται, που είχαν μπήξει βαθιά στο έδαφος, δίπλα στο πηγάδι. Ρίχνοντας τη ντέστα (κουβά ή σίγκλο) μέσα στο νερό και γεμίζοντάς την, ερχόταν εύκολα πάνω, με τη βοήθεια του βάρους της πέτρας απ' το άλλο άκρο, χωρίς ιδιαίτερη δύναμη. Το πηγάδι αυτό, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Δάσκαλος το έλεγε υπηκουρικό, που σημαινει επικουρικό, δηλ. βοηθητικό του πρώτου πηγαδιού.
Στο μέρος αυτό, ένεκα των πολλών πηγαδιών, έφερναν πολλοί τσοπάνηδες τους καλοκαιρινούς μήνες τα γίδια τους για να τα ποτίσουν. Από εκεί επίσης διερχόντουσαν και άλλοι τσοπάνηδες για να πάνε στην παραδίπλα πηγή του Αϊ Δημήτρη και σπανιότερα στου Θωμά, επίσης για να τα ποτίσουν. Έτσι μαζί με το πότισμα γειτόνευαν και οι τσοπάνηδες και έπιαναν συχνά ατελείωτη κουβέντα μεταξύ τους. Πολλές φορές ξάπλωναν κάτω απ' τα πλατιά φύλλα των μεγάλων συκιών, που βρίσκονται εκεί, συνεχίζοντας την κουβέντα τους.
Τα γίδια μόνα τους και ποτισμένα πλέον, έπαιρναν την ανηφόρα για τον Αϊ Κωνσταντίνο.
Μπροστά η Κόρμπα με τη βαριά φουσκωτή τροκάνα της, να ακολουθεί η Ντρένια με την πιο δεύτερη φουσκωτή , πιο πίσω η Μούσχουρη με το "εξηντάρι" της παρέα με τη Γκιόσα και τη Χιόνα, ακόμη πιο πίσω η Γρίβα με το "σαραντάρι" της, παραπίσω η Σίβα με το διπλοκούδουνό της, παρέα με τις φίλες της Μπάρτζα, Μπούτσικα, Πάλυβη και Μπουτσικόσιβα, προτελευταίο το μικρό Ρουσάκι με το μικρό τροκανάκι του (τσοκανάκι) και τελευταίος, κλείνοντας τη φασματογραμμική αυτή πορεία, ο τεμπέλης Λιόπρος τράγος, κουνώντας νωχελικά το κεφάλι του, με τα μεγάλα μυτερά κατακόρυφα κόρνα του και τη μακριά γενειάδα του.
Οι κουβέντες σιγά σιγά να γίνονται όλο πιο λιγοστές- πιο αραιές, τα βλέφαρα να σιγοκλείνουν και λίγο - λίγο, με το γλυκό νανούρισμα των τροκανιών, ο ύπνος να τους συνεπαίρνει και η γλυκιά μελωδία των ήχων των τροκανιών, ενισχυμένη και απ' το αντιλαλητό της πάνω στους βράχους του Αϊ Κωνσταντίνου και του Μασούρη το Ρέμα, να γίνεται ακόμα πιο νανουριστική. Τα γλυκά όνειρα να κυριαρχούν πλέον μέσα τους, αρχίζοντας να σαλαγούν και να μαυλίζουν τα γίδια τους, μήπως τυχόν και τα καταφέρουν να επιστρέψουν. Τα γίδια όμως να σκαρφαλώνουν ψηλά, όλο και πιο ψηλά προς τα βράχια, φτάνοντας επιτέλους στην κορυφή του Αϊ Κωνσταντίνου, σταλίζοντας πλέον και αναχαράζοντας αργά αργά την τροφή τους, σπολαμβανοντας ταυτόχρονα τη θέα του Κούνου, του Λυκιμιού καθώς και όλου του Βατικιώτικου Κάμπου, με το δροσερό αεράκι να τους χαϊδεύει απαλά και τρυφερά το πρόσωπο.



