Δημοτικά Ιατρεία: Ώρα να περάσουν από τη συνταγογράφηση στην πραγματική Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας
Για πολλά χρόνια τα Δημοτικά Ιατρεία σε μεγάλο αριθμό Δήμων ταυτίστηκαν κυρίως με την πρόληψη, τις δωρεάν ιατρικές επισκέψεις, τη συνταγογράφηση και ορισμένους προληπτικούς ελέγχους.
Όμως οι ανάγκες των πολιτών έχουν αλλάξει. Η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση των χρονίων νοσημάτων, η δυσκολία πρόσβασης σε δομές του ΕΣΥ και η καθημερινή ανάγκη για απλές αλλά ουσιαστικές νοσηλευτικές πράξεις δημιουργούν πλέον ένα διαφορετικό πεδίο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Η πρόσφατη απόφαση του Δήμου Παλαιού Φαλήρου να ενισχύσει τα Δημοτικά Ιατρεία του με οργανωμένη νοσηλευτική φροντίδα κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.
Στα Δημοτικά Ιατρεία του Δήμου Π. Φαλήρου παρέχονται πλέον μετρήσεις αρτηριακής πίεσης, σακχάρου και οξυγόνου, περιποίηση τραυμάτων, αλλαγές επιδέσμων, ενέσεις με ιατρική συνταγή, εμβολιασμοί, εκπαίδευση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη και συμβουλευτική για τη διαχείριση χρονίων παθήσεων. Παράλληλα, το προσωπικό αναλαμβάνει τη διασύνδεση των πολιτών με τις δημόσιες υπηρεσίες Υγείας και ακόμη και τη διευκόλυνση στον προγραμματισμό ραντεβού.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι ένα Δημοτικό Ιατρείο μπορεί να πάψει να αποτελεί απλώς έναν χώρο στον οποίο ο πολίτης θα πάει για μια συνταγή ή έναν προληπτικό έλεγχο και να μετατραπεί σε πραγματικό πρώτο σημείο φροντίδας μέσα στη γειτονιά.
Υπάρχουν ήδη Δήμοι που έχουν προχωρήσει περισσότερο
Το Παλαιό Φάληρο δεν είναι η μοναδική περίπτωση. Η έρευνα σε επίσημες δημοτικές πηγές δείχνει ότι σε αρκετές περιοχές έχουν αναπτυχθεί πολύ πιο ολοκληρωμένες υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο Δήμος Αθηναίων, ο οποίος λειτουργεί δίκτυο Πολυδύναμων Δημοτικών Ιατρείων με δωρεάν ιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το πρόγραμμα «Φροντίζω», που απευθύνεται κυρίως σε ηλικιωμένους με χρόνια νοσήματα, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, ΧΑΠ, άσθμα, σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση. Το μοντέλο δεν περιορίζεται στην επίσκεψη στον γιατρό. Προβλέπει εξατομικευμένο πλάνο φροντίδας από ιατρικό, νοσηλευτικό και ψυχοκοινωνικό προσωπικό, εκπαίδευση ασθενών και φροντιστών και ηλεκτρονικό φάκελο ώστε να υπάρχει συνέχεια και συντονισμός της φροντίδας.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Τα Δημοτικά Ιατρεία του δεν παρέχουν μόνο ιατρικές επισκέψεις. Η ίδια η δημοτική υπηρεσία αναφέρει νοσηλευτική φροντίδα με ενδομυϊκές και υποδόριες ενέσεις, αιμοληψίες για μετρήσεις σακχάρου, χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων, θερμομέτρηση και λήψη ζωτικών σημείων. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι στο ίδιο σύστημα παρέχεται φυσικοθεραπεία, με κινησιοθεραπεία, ηλεκτροθεραπεία, υπερήχους, διαθερμία και άλλες φυσικοθεραπευτικές παρεμβάσεις για συγκεκριμένες παθήσεις.
Ένα επίσης προχωρημένο παράδειγμα αποτελεί ο Δήμος Χαλανδρίου. Το Τμήμα Προληπτικής Ιατρικής παρέχει καθημερινά μέτρηση πίεσης και ζωτικών σημείων, έλεγχο γλυκόζης, ενεσοθεραπεία, περιποίηση τραύματος και εμβολιασμούς ενηλίκων. Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η νοσηλευτική υπηρεσία βγαίνει και από το Δημοτικό Ιατρείο: προβλέπονται κατ’ οίκον επισκέψεις νοσηλεύτριας για ζωτικά σημεία, σάκχαρο, ενεσοθεραπεία, περιποίηση τραυμάτων και αντιγριπικό εμβολιασμό. Παράλληλα λειτουργούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας για παιδιά, εφήβους και οικογένειες, ενώ παρέχεται και φυσικοθεραπεία σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Στη Λάρισα, το Δημοτικό Πολυιατρείο του Δήμου Λαρισαίων δηλώνει ρητά ότι παρέχει δωρεάν υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό, παράλληλα με εμβολιασμούς, προληπτικούς ελέγχους και δράσεις δημόσιας υγείας. Η πρόσβαση αφορά κυρίως άπορους και ανασφάλιστους κατοίκους, μέλη των ΚΑΠΗ και παιδιά των δημοτικών παιδικών σταθμών.
Και ο Δήμος Ηρακλείου Αττικής έχει αναπτύξει ένα πολυϊατρικό μοντέλο. Στα Δημοτικά Ιατρεία λειτουργούν ειδικότητες όπως παθολόγος, παιδίατρος, καρδιολόγος, δερματολόγος, ορθοπεδικός, οφθαλμίατρος, γυναικολόγος, αγγειοχειρουργός, πνευμονολόγος και οδοντίατρος. Το 2025 ο Δήμος απηύθυνε μάλιστα νέο κάλεσμα σε γιατρούς προκειμένου να διευρυνθούν περαιτέρω οι ειδικότητες και οι υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης.
Το επόμενο βήμα: Δημοτικά Ιατρεία πραγματικής φροντίδας
Τα παραδείγματα δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο για έναν πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο των Δήμων. Ένα σύγχρονο Δημοτικό Ιατρείο θα μπορούσε, ανάλογα με το μέγεθος του Δήμου, να διαθέτει σταθερό Νοσηλευτικό Σταθμό, όπου να πραγματοποιούνται καθημερινά:
- περιποίηση απλών και μετεγχειρητικών τραυμάτων,
- αλλαγές επιδέσμων,
- ενέσιμες θεραπείες κατόπιν ιατρικής εντολής,
- εμβολιασμοί,
- μετρήσεις ζωτικών σημείων,
- έλεγχος και παρακολούθηση σακχάρου,
- εκπαίδευση διαβητικών ασθενών,
- παρακολούθηση χρονίως πασχόντων,
- φυσικοθεραπευτικές υπηρεσίες όπου υπάρχει κατάλληλο προσωπικό,
- κατ’ οίκον νοσηλευτική για ηλικιωμένους και άτομα με κινητικά προβλήματα,
- σύνδεση του ασθενούς με τον προσωπικό γιατρό, το Κέντρο Υγείας ή το νοσοκομείο.
Σε μεγαλύτερους Δήμους μπορεί να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο ένα πολυδύναμο μοντέλο, με παθολόγο ή γενικό γιατρό, παιδίατρο, καρδιολόγο, οδοντίατρο, νοσηλευτή, φυσικοθεραπευτή, ψυχολόγο και κοινωνικό λειτουργό και τηλεφωνική 24ωρη επικοινωνία. Αρκετοί δήμοι έχουν προχωρήσει και στην αγορά ασθενοφόρου για την εξυπηρέτηση των δημοτών τους. Ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι να δημιουργηθεί ένα παράλληλο δημοτικό ΕΣΥ. Θα πρέπει να είναι να καλυφθεί το μεγάλο κενό που υπάρχει ανάμεσα στο σπίτι του ασθενούς και στο νοσοκομείο.
Και τα Κέντρα Υγείας Αστικού Τύπου;
Εδώ απαιτείται μια σημαντική θεσμική διευκρίνιση.
Τα Κέντρα Υγείας Αστικού Τύπου δεν είναι δημοτικές δομές. Ανήκουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και διοικούνται από τις Υγειονομικές Περιφέρειες. Συνεπώς δεν είναι ορθό να θεωρούμε ότι ένας Δήμος «λειτουργεί» Κέντρο Υγείας επειδή αυτό βρίσκεται στα διοικητικά του όρια.
Αποτελούν, όμως, το επίπεδο στο οποίο μπορεί να συνδεθεί οργανικά ένα αναβαθμισμένο δίκτυο Δημοτικών Ιατρείων. Η διαφορά δυνατοτήτων είναι εντυπωσιακή. Για παράδειγμα, το Κέντρο Υγείας Αλεξάνδρας στον Δήμο Αθηναίων διαθέτει 24ωρη εφημέρευση, ιατρεία, εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις και οργανωμένο Γραφείο Νοσηλευτικής. Το 1ο Κέντρο Υγείας Βύρωνα επίσης λειτουργεί με 24ωρη εφημέρευση.
Στον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, το Κέντρο Υγείας Βάρης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ολοκληρωμένης αστικής ΠΦΥ: διαθέτει Ιατρείο Επειγόντων Περιστατικών που λειτουργεί σε σχεδόν 24ωρη βάση, τακτικά ιατρεία γενικής ιατρικής και παθολογίας, πνευμονολογικό, παιδιατρικό και ορθοπεδικό ιατρείο, μικροβιολογικό, αιματολογικό και βιοχημικό εργαστήριο, οδοντιατρείο, υπερήχους και ακτινολογικό. Διαθέτει επίσης οργανωμένη Νοσηλευτική Υπηρεσία, όπου πραγματοποιούνται ενεσοθεραπείες, αλλαγές τραυμάτων και εγκαυμάτων, μετρήσεις σακχάρου και ζωτικών σημείων.
Στην Κρήτη, η 7η ΥΠΕ καταγράφει ως αστικά Κέντρα Υγείας τα Κέντρα Υγείας Ηρακλείου, Χανίων, το 2ο Κέντρο Υγείας Χανίων και το Κέντρο Υγείας Ρεθύμνου. Στο Κέντρο Υγείας Ηρακλείου, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές ιατρικές ειδικότητες, αιμοληψίες και εργαστηριακές υπηρεσίες, με λειτουργία έως τις 20:00 τις καθημερινές.
Ένα νέο τοπικό δίκτυο Υγείας
Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει το επόμενο βήμα της Αυτοδιοίκησης: όχι κάθε δομή να λειτουργεί απομονωμένη, αλλά να δημιουργηθεί μια αλυσίδα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας.
Σπίτι → Δημοτική Νοσηλευτική Υπηρεσία → Δημοτικό Πολυϊατρείο → Κέντρο Υγείας → Νοσοκομείο.
Ο Δήμος γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο ποιοι ηλικιωμένοι ζουν μόνοι, ποιοι δημότες εξυπηρετούνται από το «Βοήθεια στο Σπίτι», ποιοι χρειάζονται συστηματική κοινωνική υποστήριξη και ποιες γειτονιές βρίσκονται μακριά από δομές υγείας. Αυτή η γνώση μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική πολιτική υγείας. Με μόνιμο νοσηλευτικό προσωπικό, καλύτερη στελέχωση των Δημοτικών Ιατρείων, κινητές και κατ’ οίκον υπηρεσίες, ηλεκτρονικό φάκελο και θεσμοθετημένη διασύνδεση με τα Κέντρα Υγείας και τα νοσοκομεία, οι Δήμοι μπορούν να αναλάβουν πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινή φροντίδα.
Η κίνηση του Παλαιού Φαλήρου, επομένως, δεν έχει σημασία μόνο για τους κατοίκους του.
Ανοίγει ξανά το ερώτημα για το τι Δημοτικά Ιατρεία θέλουμε στις ελληνικές πόλεις: χώρους συνταγογράφησης και περιστασιακής πρόληψης ή πραγματικές τοπικές μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, οι οποίες θα λύνουν καθημερινά μικρά και μεγάλα προβλήματα υγείας πριν αυτά καταλήξουν στα επείγοντα των νοσοκομείων;
Η συμβουλευτική υγείας ως νέα αποστολή των Δημοτικών Ιατρείων
Η αναβάθμιση των Δημοτικών Ιατρείων δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην προσθήκη περισσότερων ιατρικών ειδικοτήτων ή νοσηλευτικών πράξεων. Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο, που σήμερα απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό από την καθημερινή υποστήριξη του πολίτη, είναι η συμβουλευτική και η καθοδήγηση μέσα στο ίδιο το σύστημα Υγείας. Για έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει ένα σοβαρό ή σύνθετο πρόβλημα υγείας, το πρώτο ερώτημα συχνά δεν είναι «πού θα κλείσω ραντεβού;», αλλά «σε ποιον γιατρό πρέπει να πάω;».
Χρειάζεται παθολόγο, νευρολόγο, αγγειοχειρουργό, ρευματολόγο ή κάποιον ακόμη πιο εξειδικευμένο γιατρό; Υπάρχει συγκεκριμένο εξειδικευμένο ιατρείο σε δημόσιο νοσοκομείο; Σε ποιο Κέντρο Υγείας μπορεί να πραγματοποιηθεί η εξέταση; Ποιο νοσοκομείο έχει ιδιαίτερη εμπειρία στη συγκεκριμένη πάθηση; Πώς μπορεί να κλειστεί το ραντεβού και τι δικαιολογητικά απαιτούνται; Για τον πολίτη, και ιδιαίτερα για τον ηλικιωμένο, τον χρονίως πάσχοντα ή μια οικογένεια που βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με μια σοβαρή διάγνωση, αυτή η αναζήτηση μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό λαβύρινθο.
Εδώ μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη αξία το Δημοτικό Ιατρείο.
Ένας «σύμβουλος πλοήγησης» στο σύστημα Υγείας
Ένα αναβαθμισμένο Δημοτικό Ιατρείο θα μπορούσε να λειτουργεί και ως σημείο πλοήγησης του πολίτη στο σύστημα Υγείας. Ο ρόλος του δεν θα ήταν να αντικαθιστά τον θεράποντα γιατρό ούτε να αποφασίζει ποια θεραπεία πρέπει να ακολουθήσει κάποιος. Θα μπορούσε όμως, με τη συμμετοχή ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, να βοηθά τον δημότη να κατανοήσει ποια ειδικότητα είναι καταλληλότερη για το πρόβλημά του και πού υπάρχουν οι κατάλληλες δημόσιες δομές. Η ανάγκη αυτή είναι πραγματική. Ο Δήμος Αθηναίων, για παράδειγμα, περιγράφει ήδη τα Πολυδύναμα Δημοτικά Ιατρεία του ως δομές όπου παρέχονται όχι μόνο υπηρεσίες υγείας αλλά και συμβουλευτική και κοινωνική υποστήριξη. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να εξελιχθεί πολύ περισσότερο: με ενημερωμένο κατάλογο Κέντρων Υγείας, νοσοκομείων, ειδικών ιατρείων, διαθέσιμων υπηρεσιών και διαδικασιών παραπομπής, ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται να αναζητά μόνος του λύσεις στο διαδίκτυο ή μέσω γνωστών και μάλιστα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Ιδιαίτερη προσοχή, βέβαια, χρειάζεται όταν μιλάμε για συγκεκριμένους ιδιώτες γιατρούς. Ο Δήμος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός εμπορικής προώθησης συγκεκριμένων επαγγελματιών. Μπορεί όμως να παρέχει αντικειμενική πληροφορία για διαθέσιμες ειδικότητες, πιστοποιημένες δομές, εξειδικευμένα κέντρα και δυνατότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με διαφανή και προκαθορισμένα κριτήρια.
Από τη συμβουλευτική στη διαμεσολάβηση
Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο πρακτικό. Ο Δήμος μπορεί να βοηθά τον πολίτη να κλείσει ένα ραντεβού, να επικοινωνήσει με το κατάλληλο νοσοκομείο, να εντοπίσει εξειδικευμένο ιατρείο ή να πληροφορηθεί ποιες εξετάσεις καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε σοβαρές παθήσεις, όπου ο χρόνος έχει σημασία και οι οικογένειες συχνά καταφεύγουν σε συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες με νοσοκομεία και ιδιώτες γιατρούς χωρίς να γνωρίζουν ποια είναι η σωστή διαδρομή. Η έννοια του patient navigation, δηλαδή της καθοδήγησης του ασθενούς μέσα στο σύστημα υγείας, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη εδώ. Σε δημοτικό επίπεδο θα μπορούσε να μεταφραστεί σε έναν «Σύμβουλο Υγείας του Δημότη», ο οποίος θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το Δημοτικό Ιατρείο και την Κοινωνική Υπηρεσία.
Συμφωνίες με ιδιωτικές δομές για χαμηλότερες τιμές
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη εργαλείο το οποίο έχουν ήδη χρησιμοποιήσει ορισμένοι Δήμοι: συμφωνίες συνεργασίας με ιδιωτικούς παρόχους υγείας για προνομιακές τιμές ή δωρεάν υπηρεσίες για συγκεκριμένες κατηγορίες δημοτών. Ο Δήμος Χαλανδρίου είχε, για παράδειγμα, συνάψει συμφωνία με διαγνωστικό κέντρο του ομίλου Euromedica, με ειδικές τιμές για δημότες και σημαντικές εκπτώσεις για εργαζόμενους του Δήμου και συγγενείς τους. Παράλληλα είχε ανακοινώσει συνεργασίες και με άλλα τοπικά διαγνωστικά κέντρα για δωρεάν ή μειωμένου κόστους εξετάσεις.
Αντίστοιχα, ο Δήμος Κω είχε υπογράψει πρωτόκολλο συνεργασίας με ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο για δωρεάν υπηρεσίες υγείας και διαγνωστικές εξετάσεις σε οικονομικά αδύναμους και ανασφάλιστους δημότες.
Ο Δήμος Ηρακλείου Κρήτης είχε επίσης έρθει σε συμφωνία με ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα της πόλης ώστε να εξασφαλίσει μειωμένες τιμές εξετάσεων για συγκεκριμένες ομάδες πολιτών. Στην περίπτωση εκείνη, μάλιστα, τα στοιχεία των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων είχαν αντληθεί από τον Ιατρικό Σύλλογο Ηρακλείου, στοιχείο που δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη θεσμική ουδετερότητα στη διαδικασία.
Πιο πρόσφατα, το 2026 προκάλεσε δημόσια συζήτηση η συνεργασία του Δήμου Ηλιούπολης με το ιδιωτικό νοσοκομείο Mediterraneo, η οποία προέβλεπε παροχή εκπτώσεων σε δημότες. Η συνεργασία αυτή προκάλεσε και αντιδράσεις από δημοτικές παρατάξεις και πολίτες, ακριβώς επειδή τέτοιου είδους συμφωνίες θέτουν ζητήματα ισότιμης μεταχείρισης των παρόχων, διαφάνειας και σχέσης της Αυτοδιοίκησης με τον ιδιωτικό τομέα υγείας. Υπάρχουν πολλά καλά αλλά και πολλά αρνητικά παραδείγματα δήμων. Ειδικά την εποχή του κορονοϊού πολύ δήμοι ανακοίνωναν ειδικές συνεργασίες για διαγνωστικά τεστ και εμβολιασμού που όπως αποδείχθηκε ήταν ακριβότερα από άλλες δομές.
Ακόμη και στον Δήμο Αθηναίων έχει καταγραφεί πενταετής συνεργασία των Δημοτικών Ιατρείων με δύο ιδιωτικές κλινικές, ως συνέχεια προηγούμενης συνεργασίας, γεγονός που επίσης αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής συζήτησης στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Και για τα σοβαρά περιστατικά;
Εδώ ίσως βρίσκεται ένα πεδίο που αξίζει να εξεταστεί πολύ περισσότερο.
Ένας Δήμος θα μπορούσε, μέσα από ανοικτές και διαφανείς διαδικασίες, να επιδιώκει πλαίσιο κοινωνικών τιμών με νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης ή άλλες ιδιωτικές δομές της περιοχής του. Όχι για να αντικαταστήσει το ΕΣΥ και ασφαλώς όχι για να κατευθύνει πελατεία σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά για περιπτώσεις όπου ένας πολίτης χρειάζεται υπηρεσία που δεν μπορεί να εξασφαλίσει έγκαιρα από το δημόσιο σύστημα ή αντιμετωπίζει ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα.
Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να συμφωνούνται κοινωνικές τιμές για εξειδικευμένες διαγνωστικές εξετάσεις, δεύτερη ιατρική γνώμη, φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση ή άλλες υπηρεσίες, με πρόσθετες προβλέψεις για δωρεάν κάλυψη συγκεκριμένου αριθμού οικονομικά ευάλωτων δημοτών. Αυτό όμως προϋποθέτει κανόνες: ανοιχτή πρόσκληση προς όλους τους ενδιαφερόμενους παρόχους, σαφές τιμολόγιο, δημοσιοποίηση των παροχών, κοινωνικά κριτήρια και πλήρη ελευθερία του πολίτη να επιλέξει διαφορετικό πάροχο.
Το Δημοτικό Ιατρείο ως «ΚΕΠ Υγείας» στην πράξη
Έτσι, το Δημοτικό Ιατρείο του μέλλοντος δεν χρειάζεται να είναι μόνο ένας χώρος όπου ο δημότης θα κάνει μια μέτρηση πίεσης ή θα ζητήσει συνταγογράφηση.
Μπορεί να λειτουργεί ως τοπικός κόμβος υγείας: να αξιολογεί την ανάγκη και να υποδεικνύει την κατάλληλη ιατρική ειδικότητα, να ενημερώνει για τις διαθέσιμες δημόσιες δομές, να βοηθά στο κλείσιμο ραντεβού, να κατευθύνει προς εξειδικευμένα ιατρεία και κέντρα αναφοράς, να ενημερώνει για τις καλύψεις του ΕΟΠΥΥ και, όταν η δημόσια λύση δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, να πληροφορεί τον πολίτη για θεσμοθετημένες συνεργασίες και κοινωνικές τιμές. Με άλλα λόγια, ο Δήμος μπορεί να προσφέρει κάτι που σήμερα είναι εξαιρετικά πολύτιμο: έγκυρη πληροφορία, καθοδήγηση και έναν άνθρωπο που θα βοηθήσει τον πολίτη να βρει τον δρόμο του μέσα σε ένα κατακερματισμένο σύστημα Υγείας.
Γιατί ειδικά απέναντι σε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, η κοινωνική προστασία δεν είναι μόνο να προσφέρεις μια δωρεάν εξέταση. Είναι και να μπορείς να πεις στον πολίτη: «Αυτό χρειάζεσαι, εκεί πρέπει να απευθυνθείς και θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις μέχρι εκεί».
Στις παραπάνω κατευθύνσεις είχαν εξαγγελθεί και απλωθεί τα ΚΕΠ Υγείας. Σχεδιάστηκαν κυρίως ως δημοτικές δομές πρόληψης, ενημέρωσης και διασύνδεσης του πολίτη με υπηρεσίες υγείας. Γι αυτό είχε εμφανιστεί και ως Δίκτυο. Η αρχική φιλοδοξία ήταν ευρύτερη: να υπάρχει οργανωμένη παρακολούθηση του πολίτη, εξατομικευμένη ενημέρωση για προληπτικές εξετάσεις και ένας προσωπικός ηλεκτρονικός φάκελος πρόληψης. Στην πράξη, όμως, το μοντέλο εφαρμόστηκε άνισα από Δήμο σε Δήμο και δεν εξελίχθηκε παντού σε αυτό που αρχικά περιγραφόταν ως ολοκληρωμένος «οδηγός υγείας» του δημότη.
Ίσως λοιπόν ήρθε η εποχή να επανεξαστούν και να συνδυαστούν όλα τα δημοτικά συστήματα καθώς το ΕΣΥ πιέζεται και ο πολίτης χρειάζεται μια επιπλέον στήριξη. Να μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη Ευρωπαϊκή θέση ιδιωτικής συμμετοχής στην κάλυψη της Υγείας με 37% όταν ο Ευρωπαϊκός Μέσος όρος βρίσκεται στο 4%.
πηγή: myota
