Αναζήτηση

Η αγορά των Δήμων στα καύσιμα και τα μέτρα από την Ε.Ε.

Η αγορά των Δήμων στα καύσιμα και τα μέτρα από την Ε.Ε.

Η αγορά των Δήμων στα καύσιμα και τα μέτρα από την Ε.Ε.  

Ενόψει των εξελίξεων στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις του Επιτρόπου Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού Απόστολος Τζιτζικώστας, η συζήτηση για το κόστος των καυσίμων επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Στο Έκτακτο Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με φόντο την ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ο Επίτροπος προανήγγειλε το σχέδιο Accelerate EU, το οποίο στοχεύει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών μεταφορών και στον καλύτερο έλεγχο του κόστους καυσίμων.

«Συνεργαζόμαστε στενά με τους Υπουργούς Μεταφορών των κρατών μελών για να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή και να περιορίσουμε τον αντίκτυπο του αυξανόμενου μεταφορικού και ενεργειακού κόστους στους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης, με μακροπρόθεσμο στόχο όμως να καταστήσουμε τα συστήματα μεταφορών και τις αλυσίδες εφοδιασμού της ΕΕ πιο ανθεκτικές σε μελλοντικές κρίσεις», υπογράμμισε σε δήλωσή του ο Επίτροπος.

Οι επισημάνσεις του κ. Τζιτζικώστα για τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, τις πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και την ανάγκη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Καυσίμων, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς διαχειρίζονται σήμερα οι δήμοι το ενεργειακό κόστος και πόσο προετοιμασμένοι είναι για νέες κρίσεις; 

Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εικόνα που διαμορφώνεται σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι δήμοι, ως μεγάλοι καταναλωτές καυσίμων για τη λειτουργία των υπηρεσιών τους, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων από τις διακυμάνσεις των τιμών.

Η έρευνα, που πραγματοποίησε η πλατφόρμα pyxida-ota βασισμένη στην ανάλυση εκατοντάδων συμβάσεων προμήθειας καυσίμων από όλη τη χώρα σε βάθος τριετίας, φωτίζει τις πρακτικές που ακολουθούνται, τις διαφορές μεταξύ περιοχών και –κυρίως– το κατά πόσο οι επιλογές τους, όπως οι μακροχρόνιες συμβάσεις, μπορούν πράγματι να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι στην ενεργειακή αστάθεια.

Η μεγάλη παθογένεια που αποκαλύπτει η έρευνα της pyxida-ota στην αγορά των καυσίμων των Δήμων είναι ότι αν και αποτελούν πολύ μεγάλους αγοραστές με προμήθεια από 500.000 έως 800.000 λίτρα ετησίως εντούτοις δεν αξιοποιούν αυτό το πλεονέκτημα, αλλά αγοράζουν από πρατήρια με πολύ μικρό περιθώριο κέρδους σαν απλοί καταναλωτές και ακολουθούν τις τιμές της αγοράς με ελάχιστες εκπτώσεις. 

Τί αποκαλύπτει η pyxida-ota.gr

Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση εκατοντάδων συμβάσεων προμήθειας καυσίμων από δήμους σε όλη τη χώρα δεν είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από μια αγορά όπου λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Αντίθετα, αναδεικνύεται ένα σύστημα με συγκεκριμένους κανόνες, επαναλαμβανόμενες πρακτικές και περιορισμένα περιθώρια ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, όπου οι δήμοι καλούνται περισσότερο να διαχειριστούν την αβεβαιότητα των τιμών παρά να την επηρεάσουν.

Η περίοδος από το 2023 έως το 2026 είναι αποκαλυπτική. Το 2023 και το 2024 χαρακτηρίζονται από έντονη αστάθεια, με τις περισσότερες συμβάσεις να αποφεύγουν οποιαδήποτε δέσμευση σε συγκεκριμένη τιμή ανά λίτρο. Αντί αυτού, υιοθετείται σχεδόν καθολικά το μοντέλο της έκπτωσης επί της τιμής του Παρατηρητηρίου Υγρών Καυσίμων. Με απλά λόγια, ο δήμος δεν συμφωνεί τιμή, αλλά έναν μηχανισμό τιμολόγησης: όποια είναι η μέση τιμή της αγοράς την ημέρα παράδοσης, αφαιρείται ένα μικρό ποσοστό έκπτωσης. Αλλά ακόμη και εδώ παρατηρείται μια προσέγγιση ηττοπάθειας αφού οι εκπτώσεις περιορίζονται από 1% έως 3%. Μόνο μία σύμβαση βρέθηκε με έκπτωση 12%. Το 2025 παρατηρείται μια τάση προς πιο «δομημένες» προσεγγίσεις, με την εμφάνιση ενδεικτικών τιμών ανά λίτρο που χρησιμοποιούνται για τον προϋπολογισμό των συμβάσεων, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά το βασικό μοντέλο. Το 2026, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Συνυπάρχουν συμβάσεις με εκπτώσεις, μικρές απευθείας αναθέσεις με σταθερές τιμές και έκτακτες προμήθειες που προκύπτουν λόγω απρόβλεπτων εξελίξεων στην αγορά, όπως απότομες αυξήσεις τιμών. Αν και πολλοί δήμοι κλείνουν τριετείς ή και τετραετείς συμβάσεις εντούτοις παραιτούνται του δικαιώματος εξασφάλισης φιξ τιμών ή έστω μιας μεγαλύτερης έκπτωσης. Ενώ το κόστος αυξήθηκε κατά 65%. 

Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο, ότι από το σύνολο των συμβάσεων δεν προκύπτει «τιμή σύμβασης» με την κλασική έννοια. Οι δήμοι δεν κλειδώνουν την τιμή αγοράς των καυσίμων. Κλειδώνουν τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα υπολογιστεί. Αυτό εξηγεί και γιατί οι εκπτώσεις που προσφέρονται από τους αναδόχους είναι εξαιρετικά χαμηλές. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων κυμαίνονται μεταξύ 1% και 3%, ενώ δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις μηδενικής έκπτωσης. Μόνο σε ορισμένες εξαιρέσεις, κυρίως σε περιβάλλοντα με μεγαλύτερο ανταγωνισμό, εμφανίζονται υψηλότερα ποσοστά, που μπορεί να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν το 10%. Στην πράξη όμως, μια έκπτωση 2% σε τιμή της τάξης του 1,25 ευρώ ανά λίτρο σημαίνει μείωση μόλις λίγων λεπτών, γεγονός που περιορίζει δραστικά το πραγματικό όφελος για τον δήμο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σύμβαση του 2026 για προμήθεια καυσίμων σε δήμο της Αττικής, η τιμή του πετρελαίου κίνησης αποτυπώνεται περίπου στο 1,21 ευρώ ανά λίτρο, ενώ σε άλλη περίπτωση η ενδεικτική τιμή του πετρελαίου θέρμανσης φτάνει τα 1,36 ευρώ. Την ίδια στιγμή, αναφέρεται ρητά ότι διεθνείς εξελίξεις μπορούν να οδηγήσουν σε αυξήσεις της τάξης του 60% και άνω μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να εξαντλούνται πρόωρα οι υφιστάμενες συμβάσεις και να απαιτούνται νέες, συχνά κατεπείγουσες αναθέσεις με πολύ μεγαλύτερο κόστος. Εδώ υπάρχει μεγάλο ερωτηματικό για την αδυναμία των δήμων στον προγραμματισμό που οδηγεί επίσης σε πολλλαπλασιασμό του κόστους. 

Αυτό οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: οι διαγωνισμοί δεν λειτουργούν ως μηχανισμός ουσιαστικής μείωσης της τιμής, αλλά περισσότερο ως διαδικασία επιλογής προμηθευτή και διασφάλισης της ομαλής τροφοδοσίας. Οι δήμοι, δηλαδή, δεν διαπραγματεύονται επιθετικά την τιμή του καυσίμου, αλλά την αξιοπιστία, τη διαθεσιμότητα και τη συνέπεια του αναδόχου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των μακροχρόνιων και πολυετών συμβάσεων. Οι περισσότερες από τις συμβάσεις που εξετάστηκαν έχουν διάρκεια ενός έως τριών ετών, συχνά με δυνατότητα παράτασης μέχρι την εξάντληση του συμβατικού ποσού. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ποσότητες χαρακτηρίζονται ρητά ως ενδεικτικές, κάτι που σημαίνει ότι ο δήμος δεν δεσμεύεται να τις απορροφήσει πλήρως. Το βασικό πλεονέκτημα αυτών των συμβάσεων είναι η σταθερότητα: εξασφαλίζεται η συνεχής προμήθεια καυσίμων χωρίς την ανάγκη επαναλαμβανόμενων διαγωνιστικών διαδικασιών, μειώνεται το διοικητικό κόστος και διατηρείται μια σταθερή σχέση με τον προμηθευτή.

Ωστόσο, τα μειονεκτήματα είναι εξίσου σημαντικά. Εφόσον η τιμή βασίζεται στο Παρατηρητήριο, ο δήμος δεν επωφελείται ιδιαίτερα από πιθανές μειώσεις της αγοράς, ενώ σε περιόδους έντονης ανόδου μπορεί να εξαντλήσει πολύ γρήγορα το συμβατικό ποσό. Τότε εμφανίζεται το φαινόμενο των συμπληρωματικών συμβάσεων και των κατεπειγουσών αναθέσεων, που συχνά γίνονται με λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Με άλλα λόγια, οι πολυετείς συμβάσεις δεν μειώνουν απαραίτητα το κόστος, αλλά λειτουργούν ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνου.

Η διαφοροποίηση μεταξύ Αττικής και υπόλοιπης χώρας ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Στην Αττική παρατηρείται μεγαλύτερος ανταγωνισμός, περισσότερες προσφορές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υψηλότερες εκπτώσεις. Παράλληλα όμως, οι συμβάσεις είναι πιο σύνθετες, με συχνές τροποποιήσεις, παρατάσεις και ανάγκες άμεσων παρεμβάσεων. Αντίθετα, στην επαρχία και ιδιαίτερα σε πιο απομακρυσμένες περιοχές, οι συμβάσεις είναι συχνά μεγαλύτερες και πιο «καθαρές», αλλά με περιορισμένο ανταγωνισμό και εκπτώσεις που φτάνουν ακόμη και στο μηδέν. Εκεί, η προμήθεια καυσίμων μοιάζει περισσότερο με κάλυψη βασικής ανάγκης παρά με αποτέλεσμα αγοράς. Οι δήμοι της Περιφέρειας αγοράζοντας μικρότερες ποσότητες αγοράζουν πολύ ακριβά και πολλές φορές. . 

Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που ίσως ανατρέπει την κοινή αντίληψη. Το σύστημα προμήθειας καυσίμων στους δήμους δεν είναι σχεδιασμένο για να εξασφαλίζει τις χαμηλότερες δυνατές τιμές. Είναι σχεδιασμένο για να εξασφαλίζει ότι οι βασικές λειτουργίες των δήμων δεν θα διακοπούν. Ότι τα οχήματα θα κινηθούν, τα σχολεία θα θερμανθούν και οι υπηρεσίες θα συνεχίσουν να λειτουργούν, ακόμη και σε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μακροχρόνιες συμβάσεις αποτελούν λιγότερο εργαλείο εξοικονόμησης και περισσότερο μηχανισμό σταθερότητας σε μια αγορά που παραμένει ευμετάβλητη.

Ετσι σε μια περίοδο τεράστιας αύξησης του ενεργειακού κόστους οι δήμοι οφείλουν να εξορθολογήσουν την αγορά τους και ίσως να ξεκινήσουν μια διαπραγμάτευση μεγάλων ποσοτήτων με την μορφή συμπράξεων κατευθείαν με τις εταιρείες παρόχων. 

πηγή: myota

logo light footer