Αναζήτηση

Ενστάσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων για τις ΑΠΕ προμηνύουν προβλήματα για τους Δήμους  

Ενστάσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων για τις ΑΠΕ προμηνύουν προβλήματα για τους Δήμους  

Σοβαρές ενστάσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων για τις ΑΠΕ προμηνύουν σοβαρά προβλήματα για τους Δήμους

Οι έντονες αντιδράσεις περιβαλλοντικών φορέων απέναντι στο νέο νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας» φέρνουν στο προσκήνιο έναν ευρύτερο προβληματισμό για την κατεύθυνση της περιβαλλοντικής πολιτικής στη χώρα και κυρίως προμηνύουν μεγάλα προβλήματα φυσιογνωμίας για τους Δήμους. 

Πρώτες στο δημόσιο πεδίο τοποθετήθηκαν 12 μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες προειδοποιούν ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για τις περιοχές Natura 2000 ανοίγουν τον «ασκό του Αιόλου» για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.

Συγκεκριμένα, οι οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς κατέθεσαν κοινό σχόλιο στη δημόσια διαβούλευση, εκφράζοντας σοβαρότατες ενστάσεις για τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου σχετικά με την πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και τη γενικευμένη ρύθμιση χρήσεων γης και δραστηριοτήτων.

Κατά την κοινή τους παρέμβαση, η πρόταση του ΥΠΕΝ για δυνατότητα επέκτασης οικισμών και σχεδίων πόλεως μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων εντός περιοχών Natura είναι πολλαπλώς προβληματική. Όπως υποστηρίζουν, η επίκληση συμβατότητας αυτών των επεκτάσεων με τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες είναι προσχηματική, καθώς οι μελέτες αυτές δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα ούτε έχουν αξιολογήσει τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη στο φυσικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, θεωρούν ότι επιχειρείται να δημιουργηθεί μια επίφαση επιστημονικής τεκμηρίωσης χωρίς να υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για το ανώτατο όριο του 20% πολεοδόμησης που προτείνεται στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων. Οι οργανώσεις επισημαίνουν ότι το ποσοστό αυτό δεν συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση, δεν συνδέεται με συγκεκριμένα πολεοδομικά δεδομένα και μπορεί στην πράξη να αφορά πολύ μεγάλες εκτάσεις. Αυτό, όπως τονίζουν, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους αλλοίωσης του χαρακτήρα προστατευόμενων περιοχών.

Παράλληλα, οι 12 οργανώσεις εκφράζουν αντιρρήσεις και για τη ρύθμιση δραστηριοτήτων στις προστατευόμενες ζώνες. Όπως αναφέρουν, η πρόβλεψη οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων, οι οποίες απλώς μπορεί να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις, είναι επικίνδυνη ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Υπογραμμίζουν ότι αρχαιολογικές ανασκαφές, τεχνικές ή οικοδομικές επεμβάσεις μεγάλης κλίμακας, αλλά και άλλες δραστηριότητες με σημαντικό αποτύπωμα, δεν μπορεί να θεωρούνται εκ προοιμίου συμβατές με περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας.

Για τον λόγο αυτό καλούν το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις διατάξεις του σχεδίου νόμου, ζητώντας ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές εξαιρέσεις για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και εφόσον δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις. Παράλληλα, ζητούν να αποκλειστούν ρητά οι πολεοδομικές επεκτάσεις για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις, να υπάρξει σαφής μεθοδολογία τεκμηρίωσης κάθε επέμβασης, να προβλέπεται πλήρης ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε ρύθμιση και να απαγορευτεί ρητά η τακτοποίηση αυθαιρέτων σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura, ανεξαρτήτως σταδίου προστασίας.

Μετά τις οργανώσεις, ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η παρέμβαση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, με επικεφαλής τη Μαρία Καραμανώφ, η οποία στρέφεται όχι μόνο κατά επιμέρους άρθρων, αλλά κατά της συνολικής φιλοσοφίας του νομοσχεδίου. Το Επιμελητήριο κάνει λόγο για σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, θεσμικής λειτουργίας και περιβαλλοντικής απορρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι το σχέδιο νόμου συνιστά ένα ετερόκλητο και υπερφορτωμένο νομοθετικό σχήμα, που συγκεντρώνει ρυθμίσεις για ΑΠΕ, Natura, δάση, αναδασωτέες εκτάσεις, πολεοδομία, χωροταξία, μεταλλεία, λατομεία και διοικητικές παρεμβάσεις.

Κατά την ανάλυση του Επιμελητηρίου, το γεγονός ότι ένα νομοσχέδιο 110 άρθρων και άνω των 300 σελίδων τέθηκε σε διαβούλευση για μόλις δύο εβδομάδες, και μάλιστα εν μέσω της πασχαλινής περιόδου, συνιστά ευτελισμό της ίδιας της διαδικασίας διαβούλευσης. Όπως επισημαίνεται, είναι αντικειμενικά αδύνατο πολίτες και φορείς να μελετήσουν, να αξιολογήσουν και να τοποθετηθούν ουσιαστικά πάνω σε ένα τόσο εκτενές και πολύπλοκο κείμενο, χωρίς μάλιστα να τους παρέχονται τα στοιχεία και η επιστημονική τεκμηρίωση που υποτίθεται ότι στηρίζουν τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Το Επιμελητήριο χαρακτηρίζει το σχέδιο νόμου «νομοσχέδιο-συνονθύλευμα», θεωρώντας ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή που απαγορεύει την εισαγωγή άσχετων μεταξύ τους διατάξεων στο ίδιο νομοθέτημα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η πολυπλοκότητα και η ετερότητα των άρθρων δεν είναι τυχαίες, αλλά λειτουργούν αποτρεπτικά για τη συμμετοχή των πολιτών, δημιουργώντας σκόπιμη σύγχυση.

Ένα από τα κεντρικά σημεία της κριτικής του Επιμελητηρίου αφορά και το ζήτημα της δικαστικής προστασίας. Όπως σημειώνει, το νομοσχέδιο ρυθμίζει με τυπικό νόμο θέματα που, λόγω του ειδικού και τεχνικού τους χαρακτήρα, θα έπρεπε να ρυθμίζονται με διοικητικές πράξεις συνοδευόμενες από τεκμηρίωση και δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Με τον τρόπο αυτό, κατά την ίδια επιχειρηματολογία, οι πολίτες στερούνται ουσιαστικά του δικαιώματος να προσβάλουν αποτελεσματικά τις επίμαχες ρυθμίσεις, περιοριζόμενοι μόνο σε έναν πολύ πιο στενό και δυσχερή έλεγχο συνταγματικότητας.

Στο επίπεδο των ουσιαστικών ρυθμίσεων, το Επιμελητήριο εστιάζει ιδιαίτερα σε δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα υποχρεωτικής ανάκλησης αναδασώσεων σε εκτάσεις που είχαν παλαιότερα λάβει έγκριση επέμβασης, ακόμη και αν στη συνέχεια κάηκαν και κηρύχθηκαν αναδασωτέες. Κατά την κριτική αυτή, πρόκειται για διάταξη εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς αποδυναμώνει στην πράξη την προστασία των καμένων δασών και δημιουργεί ένα σοβαρό θεσμικό προηγούμενο. Παράλληλα, στο ίδιο πεδίο εντοπίζεται και νέα παράταση ανοχής για αυθαίρετες εγκαταστάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις, με αναστολή προστίμων, κατεδαφίσεων και άλλων κυρώσεων.

Το δεύτερο μεγάλο σημείο αιχμής αφορά τις λεγόμενες «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», στις οποίες έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα μπορούν να εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και ειδικής οικολογικής αξιολόγησης. Το Επιμελητήριο εκτιμά ότι η πρόβλεψη αυτή έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκές χωροταξικό και προστατευτικό υπόβαθρο για τις περιοχές Natura και το φυσικό περιβάλλον γενικότερα, γεγονός που την έχει ήδη φέρει αντιμέτωπη με καταδίκες και παρατηρήσεις από ευρωπαϊκά όργανα και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το συνολικό συμπέρασμα του Επιμελητηρίου είναι ιδιαίτερα βαρύ. Όπως αναφέρει, όλες οι επίμαχες διατάξεις, παρότι εμφανίζονται ως διαφορετικές μεταξύ τους, συγκλίνουν σε έναν κοινό στόχο: τη χαλάρωση των περιορισμών για επενδυτικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, την περαιτέρω διευκόλυνση της επέκτασης ΑΠΕ, εξορύξεων και άλλων παρεμβάσεων, την αποδυνάμωση της προστασίας των δασών, των αναδασωτέων και των περιοχών Natura, αλλά και την υποβάθμιση των θεσμικών εγγυήσεων συμμετοχής, διαφάνειας και ελέγχου.

Έτσι, το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ φαίνεται να προκαλεί ένα ευρύ μέτωπο αντιδράσεων, από μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις μέχρι θεσμικούς φορείς του περιβαλλοντικού δικαίου, οι οποίοι, παρότι προσεγγίζουν το θέμα από διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση: ότι πίσω από τον τίτλο του «εκσυγχρονισμού» διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο σημαντικής αποδυνάμωσης της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των δημοκρατικών διαδικασιών που οφείλουν να το συνοδεύουν.

πηγή: myota

logo light footer