Αναζήτηση

Πόσο κοστίζει η οδοσήμανση στους Δήμους

Πόσο κοστίζει η οδοσήμανση στους Δήμους

Πόσο κοστίζει η οδοσήμανση στους Δήμους – Τί πληρώνεται, τί αγνοείται και πού εντοπίζονται τα κενά ποιότητας

Η προμήθεια πινακίδων σήμανσης και υλικών οδικής ασφάλειας αποτελεί μία από τις πιο συχνές, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο αναλυμένες δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πίσω από τις συμβάσεις που δημοσιεύονται καθημερινά, διαμορφώνεται μια αγορά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: μεγάλο εύρος τιμών, μη εξειδικευμένοι προμηθευτές και μια έντονη αντίφαση ανάμεσα στη χρήση τεχνικών όρων και στην απουσία ουσιαστικών απαιτήσεων ποιότητας.

Η νέα εφαρμογή pyxida-ota.gr επεξεργάστηκε αρκετές συμβάσεις και έβγαλε μέσω AI τα εξής συμπεράσματα ως οδηγό:

Η επεξεργασία πολλών συμβάσεων δείχνει ότι το κόστος κινείται σε ένα αρκετά προβλέψιμο πλαίσιο. Και εδώ κυριαρχούν οι απευθείας αναθέσεις με οικονομικό κόστος και κόστος ποιότητας. Παρατηρούμε σε έναν δήμο προμήθεια ύψους περίπου 12.000 ευρώ για βασικές πινακίδες και ονοματοθεσία οδών, ενώ σε άλλο δήμο το ποσό φτάνει τις 20.000 ευρώ όταν προστίθενται καθρέπτες και πρόσθετος εξοπλισμός. Σε άλλες περιπτώσεις, όπου η προμήθεια διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει υλικά διαγράμμισης, οριοδείκτες και εξοπλισμό ασφάλειας, το συνολικό κόστος ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, προσεγγίζοντας ή και ξεπερνώντας τις 30.000 ευρώ. Αλλά μέχρι εκεί. Αυτό προδίδει και μια διαδικασία στην εκπόνηση των μελετών που ορίζεται από τις εταιρείες και όχι από τους δήμους. Πολύ σπάνια είναι η αναφορά σε ΣΒΑΚ. ΣΦΗΟ, Σχέδια προσβασιμότητας κλπ που κανονικά θα έπρεπε να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην ποσότητα, την προτεραιοποίηση και στην χωροθέτηση.

Παρά τις διαφορές στο συνολικό ποσό, οι τιμές των επιμέρους υλικών εμφανίζονται σχεδόν ίδιες. Βλέπουμε σε δήμο πινακίδες μικρών διαστάσεων να κοστολογούνται κοντά στα 13 ευρώ χωρίς όμως να λείπουν και φαινόμενα κοστολόγησης έως και 20 ευρώ (+50%), ενώ σε άλλη περίπτωση αντίστοιχα προϊόντα με καλύτερη αντανακλαστικότητα φτάνουν τα 30 ή και 40 ευρώ. Οι μεγαλύτερες πινακίδες ή οι ειδικές κατασκευές μπορούν να αγγίξουν τα 60 ή 70 ευρώ, αλλά το εύρος εμφανίζεται γενικά σταθερό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα υλικά: καθρέπτες κυκλοφορίας γύρω στα 40–55 ευρώ, στύλοι στήριξης περίπου στα 25–30 ευρώ, κολωνάκια και οριοδείκτες σε παρόμοια επίπεδα. Όπως διαπιστώθηκε και σε άλλες έρευνες οι απευθείας αναθέσεις και οι μικρές ποσότητες ανεβάζουν τα κόστη ανά μονάδα. Τα 40 και το 55 ευρώ δεν είναι μικρή διαφορά. 

Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε μια αγορά που λειτουργεί με άτυπους τιμοκαταλόγους. Οι διαφορές δεν εντοπίζονται και στις τιμές και στη σύνθεση της κάθε σύμβασης. Παρατηρούμε σε έναν δήμο μια απλή προμήθεια πινακίδων, ενώ σε άλλο δήμο το αντικείμενο επεκτείνεται σε ένα πλήρες «πακέτο» οδικής ασφάλειας που περιλαμβάνει, εκτός από πινακίδες, στύλους, καθρέπτες, κολωνάκια, κώνους και υλικά διαγράμμισης. Σε αρκετές περιπτώσεις, προστίθενται ακόμη και στοιχεία όπως πλαστικά στηθαία τύπου New Jersey ή εξοπλισμός εργοταξιακής σήμανσης, δείχνοντας ότι η έννοια της οδοσήμανσης ξεφεύγει από τις πινακίδες και αγγίζει συνολικά την υποδομή του δρόμου.

Εκεί όμως που η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη είναι στο ζήτημα της ποιότητας. Οι συμβάσεις είναι γεμάτες από τεχνικούς όρους που δημιουργούν την εντύπωση αυστηρών προδιαγραφών. Βλέπουμε σε άλλο δήμο αναφορές σε «μεμβράνη αντανακλαστικότητας τύπου Ι και τύπου ΙΙ», που αφορά το επίπεδο ορατότητας των πινακίδων, ενώ σε άλλη περίπτωση συναντάμε τον όρο «αντιγκράφιτι» για προστασία από βανδαλισμούς. Σε άλλες συμβάσεις εμφανίζονται πιο εξειδικευμένα υλικά, όπως πάνελ τύπου Edalbond για μεγαλύτερη αντοχή, «ψυχροπλαστικό χρώμα οδοστρωσίας» για διαγράμμιση υψηλής διάρκειας ή «αντανακλαστικά υαλοσφαιρίδια» που ενισχύουν τη νυχτερινή ορατότητα.

Σε τεχνικό επίπεδο, οι όροι αυτοί έχουν σημασία. Δείχνουν ότι υπάρχει γνώση των διαθέσιμων υλικών και των τεχνολογιών. Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται αλλού: αυτοί οι όροι δεν συνοδεύονται από μετρήσιμες απαιτήσεις. Παρατηρούμε σε έναν δήμο να γίνεται χρήση μεμβρανών τύπου ΙΙ, χωρίς όμως να υπάρχει καμία αναφορά στη διάρκεια διατήρησης της αντανακλαστικότητας. Βλέπουμε σε άλλο δήμο πρόβλεψη για αντιγκράφιτι επιφάνειες, χωρίς να προσδιορίζεται η αντοχή τους ή ο αριθμός καθαρισμών που μπορούν να υποστούν. Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται υλικά υψηλής ποιότητας, όπως τα ψυχροπλαστικά, δεν υπάρχει καμία δέσμευση για το πόσα χρόνια θα διατηρήσουν τις ιδιότητές τους.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στους ελέγχους. Οι συμβάσεις προβλέπουν ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο κατά την παραλαβή, καθώς και υποχρέωση αντικατάστασης ελαττωματικών υλικών. Όμως ο έλεγχος σταματά εκεί. Δεν υπάρχουν δείκτες απόδοσης στον χρόνο, ούτε απαιτήσεις για διατήρηση της ορατότητας ή της αντοχής μετά από συγκεκριμένη περίοδο χρήσης. Με άλλα λόγια, η ποιότητα αντιμετωπίζεται ως ιδιότητα παράδοσης και όχι ως ιδιότητα λειτουργίας.

Παράλληλα, απουσιάζει σχεδόν πλήρως η έννοια της μελέτης χωροθέτησης. Βλέπουμε σε άλλο δήμο να αναφέρεται ότι οι ποσότητες θα παραδίδονται «βάσει αναγκών της υπηρεσίας», χωρίς να υπάρχει σαφής σύνδεση με κυκλοφοριακά δεδομένα ή δείκτες ασφάλειας. Σε άλλη περίπτωση, η προμήθεια υλοποιείται τμηματικά, ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν κατά τη διάρκεια του έτους. Αυτό σημαίνει ότι η τοποθέτηση των πινακίδων δεν βασίζεται απαραίτητα σε ένα ενιαίο σχέδιο, αλλά σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Την ίδια στιγμή, η αγορά φαίνεται να διαμορφώνεται από έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο προμηθευτών. Παρατηρούμε σε έναν δήμο ανάθεση σε εξειδικευμένη βιομηχανία οδοσήμανσης, ενώ σε άλλο δήμο εμφανίζεται τεχνική εταιρεία που συνδυάζει προμήθεια και τοποθέτηση. Σε άλλες περιπτώσεις, βλέπουμε τοπικούς προμηθευτές να αναλαμβάνουν μικρότερες συμβάσεις, συχνά λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι. Στις διαφορετικές κατηγορίες, οι τιμές δεν παραμένουν κοντά, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς που δεν απευθύνεται πάντα σε εξειδικευμένους οικονομικούς φορείς.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι δήμοι αγοράζουν υλικά που πληρούν τυπικές προδιαγραφές, όχι λύσεις που εγγυώνται απόδοση. Η οδοσήμανση αντιμετωπίζεται ως προμήθεια προϊόντων και όχι ως υπηρεσία ασφάλειας. Παρότι χρησιμοποιούνται τεχνικοί όροι και εξειδικευμένα υλικά, απουσιάζει η σύνδεσή τους με μετρήσιμα αποτελέσματα: πόσο διαρκούν, πόσο παραμένουν ορατά, πόσο συμβάλλουν στη μείωση των ατυχημάτων.

Σε μια περίοδο όπου οι τεχνολογικές δυνατότητες έχουν εξελιχθεί σημαντικά, η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η ψηφιακή καινοτομία και λειτουργική ασφάλεια λείπουν από τις συμβάσεις. Η μετάβαση από μια λογική απλής προμήθειας σε μια λογική απόδοσης –με εγγυήσεις αντοχής, ορατότητας και λειτουργικότητας– παραμένει ζητούμενο. Μέχρι τότε, οι δήμοι θα συνεχίσουν να πληρώνουν για την υποχρεωτική οδοσήμανση. Το αν όμως αγοράζουν πραγματικά ασφάλεια, είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.

πηγή: myota

logo light footer