«Όταν δύο 17χρονες πέφτουν στο κενό: Τι πραγματικά πρέπει να μας ανησυχήσει;»
Δύο κορίτσια, μόλις 17 ετών. Δύο έφηβες που, πριν γίνουν «είδηση», ήταν παιδιά κάποιων ανθρώπων, συμμαθήτριες, φίλες, ίσως μαθήτριες που χαμογελούσαν, που έδιναν εξετάσεις, που ανέβαζαν φωτογραφίες, που μπορεί να έδειχναν «μια χαρά».
Και αυτό είναι ίσως το πρώτο ψυχολογικό μάθημα που μας φέρνει μια τέτοια τραγωδία: ο ψυχικός πόνος δεν έχει πάντα πρόσωπο.
Ως ψυχολόγος, σε τέτοια περιστατικά δεν αναζητώ την εύκολη απάντηση. Δεν στέκομαι στο «γιατί το έκαναν;». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο:
Πώς δύο παιδιά μπορούν να φτάσουν σε σημείο όπου ο θάνατος μοιάζει πιο υποφερτός από τη ζωή;
Η εφηβεία είναι μια περίοδος όπου όλα βιώνονται σε απόλυτο βαθμό. Η απόρριψη δεν μοιάζει απλώς με στενοχώρια, μοιάζει με κατάρρευση. Η μοναξιά δεν μοιάζει προσωρινή, μοιάζει αιώνια. Ένας κακός βαθμός, ένας χωρισμός, μια σύγκρουση στο σπίτι, η αίσθηση ότι «δεν είμαι αρκετή», μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογο ψυχικό βάρος.
Ο εγκέφαλος του εφήβου δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει πλήρως τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν την παρορμητικότητα, την πρόβλεψη συνεπειών και τη συναισθηματική αποφόρτιση. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές ο έφηβος δεν θέλει απαραίτητα να πεθάνει, θέλει να σταματήσει να πονάει.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία.
Όταν δύο έφηβοι συνδέονται πολύ έντονα μεταξύ τους, μπορεί να δημιουργηθεί μια σχέση ψυχικής συγχώνευσης. «Αν δεν αντέχεις εσύ, δεν αντέχω ούτε εγώ». «Αν φύγεις, φεύγω κι εγώ». Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φιλία παύει να λειτουργεί προστατευτικά και γίνεται ένας κλειστός ψυχικός κόσμος όπου η απελπισία ανακυκλώνεται χωρίς εξωτερική παρέμβαση.
Ζούμε επίσης σε μια εποχή όπου τα παιδιά εκπαιδεύονται να φαίνονται καλά, όχι απαραίτητα να είναι καλά. Τα social media, η σύγκριση, η ανάγκη αποδοχής, η πίεση της επίδοσης, η εικόνα της «τέλειας ζωής», δημιουργούν πολλές φορές εσωτερική ασφυξία.

Και οι γονείς; Οι εκπαιδευτικοί; Οι ειδικοί;
Δεν χρειάζεται να γίνουμε ανακριτές. Χρειάζεται να γίνουμε παρόντες.
Να προσέξουμε το παιδί που απομονώνεται.
Το παιδί που κοιμάται υπερβολικά ή καθόλου.
Το παιδί που λέει «δεν έχει νόημα».
Το παιδί που χαρίζει προσωπικά αντικείμενα.
Το παιδί που δείχνει ξαφνικά ήρεμο μετά από μεγάλη συναισθηματική θύελλα.
Το παιδί που χαμογελάει… αλλά έχει πάψει να ζητάει βοήθεια.
Οι έφηβοι σπάνια λένε «θέλω βοήθεια» με καθαρά λόγια. Συνήθως το φωνάζουν με συμπεριφορές.
Η τραγωδία αυτή δεν πρέπει να γίνει άλλη μία είδηση που θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Πρέπει να γίνει αφορμή να μιλήσουμε πιο ανοιχτά για την εφηβική κατάθλιψη, την αυτοκαταστροφική σκέψη, τη συναισθηματική απομόνωση και—κυρίως—τη σιωπή.
Γιατί πολλές φορές, πίσω από ένα παιδί που «δεν έδωσε κανένα σημάδι», υπάρχει ένας ενήλικας που δεν ήξερε πώς να τα διαβάσει.
Η πρόληψη δεν ξεκινά την ημέρα της κρίσης. Ξεκινά πολύ νωρίτερα—τη στιγμή που ένα παιδί νιώθει ότι κάπου μπορεί να ακουστεί πραγματικά.
Αναστασία Τζανετάκου
Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
MSc Κλινικός Ψυχολόγος - Παιδοψυχολόγος
Ψυχοθεραπεύτρια CBT Therapy
Συμβουλευτική Παιδιών & Εφήβων
Συμβουλευτική γονέων
Disabled Children Specialist
link: https://www.facebook.com/profile.php?id=100090135201098&locale=el_GR
