Οι πρωτοβουλίες για προστασία της γεωργίας από την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπιση της ερημοποίησης στον Δήμο Σητείας
Η ανατολική Κρήτη, και ιδιαίτερα ο Δήμος της Σητείας, είναι η πιο εκτεθειμένη περιοχή στην Ευρώπη στην ερημοποίηση λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Η έλλειψη βροχοπτώσεων και η αύξηση της θερμοκρασίας έχουν επηρεάσει την παραγωγή γεωργικών προϊόντων και ιδιαίτερα την παραγωγή ελαιολάδου, με επιπτώσεις στην τοπική οικονομία. Επίσης, ευθύνονται και για την εγκατάλειψη των γεωργικών εκτάσεων, με άμεσες επιπτώσεις στα αγροτικά οικοσυστήματα και στο τοπίο.
Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων με την όλο και πιο σταθερή παρουσία υψηλών θερμοκρασιών έχουν επηρεάσει τον βιολογικό κύκλο των ελαιοδένδρων, ιδιαίτερα σε περιοχές που δεν είναι εύκολη η άρδευση. Η εικόνα με τα ξερά ελαιόδενδρα και τις εγκαταλειμμένες καλλιέργειες προβληματίζει τόσο τους παραγωγούς, και ιδιαίτερα τους νέους, όσο και το σύνολο της τοπικής κοινωνίας της Σητείας, της οποίας η οικονομία στηριζόταν για χρόνια στον πρωτογενή τομέα.
Το ελαιόλαδο Σητείας κατέχει από το 1993 την Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) και διατηρεί ιδιαίτερη θέση στον παγκόσμιο χάρτη του ελαιολάδου. Το 75% της καλλιεργήσιμης έκτασης, 137.000 στρ., καλύπτεται από περίπου 3.500.000 ελαιόδενδρα, και είναι η μεγαλύτερη σε έκταση ελαιοκαλλιέργεια ανά κάτοικο στη Κρήτη, με την παραγωγή να φτάνει στα προηγούμενα χρόνια στους 12.000-15.000 τόνους ελαιολάδου ετησίως.
Ελιές-σε-φαράγγι-της-Σητείας
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της ζοφερής κατάστασης που βιώνουν οι παραγωγοί και η τοπική κοινωνία στη Σητεία. Το 2023 η παραγωγή έφτασε στους 12.500-13.000 τόνους, το 2024 μειώθηκε στους 4.800 τόνους και για το 2025 η πρόβλεψη είναι για μικρότερη παραγωγή από το 2024. Το 2024 η ακαρπία και η σχινοκαρπία στη Σητεία ήταν πάνω από 65% και σε ορισμένες περιοχές έφτασε και στο 90%, κυρίως λόγω του «υδατικού στρες των ελαιοδένδρων».
Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι πέρα από την απώλεια σε φυτικό κεφάλαιο, το οικονομικό αποτύπωμα είναι εξαιρετικά μεγάλο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τοπική οικονομία. Όμως αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει και θα πρέπει να αναζητήσουμε λύσεις είναι η εγκατάλειψη της ελαιοκαλλιέργειας και η ερημοποίηση της υπαίθρου λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Ελαιώνας-στη-Σητεία-Καλοκαίρι
Φυσικά και όλοι εμείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών, μια και συμπεριφερόμαστε στο περιβάλλον με όρους ιδιοκτησίας, στοχεύοντας πάντα στη μεγιστοποίηση της απόδοσης άρα και στη μεγιστοποίηση του κέρδους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, που σήμερα είναι εμφανείς όσο ποτέ άλλοτε. Τεράστιες εισροές αγροχημικών, εντατικοποίηση της καλλιέργειας, σπατάλη πόρων, γιατί άραγε; Δανείζομαι τα λόγια του φιλόσοφου Masanobu Fukuoka, ιδρυτή της φυσικής γεωργίας, που σε λίγες γραμμές περιγράφει το αυτονόητο: «Οι έννοιες του ορθού και του λαθεμένου, του καλού και του κακού, είναι ξένες προς τη φύση. Αυτές είναι απλώς διακρίσεις επινοημένες από τον άνθρωπο. Η φύση διατήρησε μια θαυμάσια αρμονία χωρίς τέτοιες έννοιες και γέννησε τα χόρτα και τα δένδρα χωρίς το αρωγό χέρι του ανθρώπου».
Εδώ θα πρέπει να σταθούμε και να δούμε ότι η ίδια η φύση μας δείχνει το δρόμο για να αντιμετωπίσουμε τα όποια προβλήματα: να απαιτήσουμε αλλαγή στάσης και αλλαγή μοντέλου στις καλλιεργητικές μας πρακτικές, να απαιτήσουμε αλλαγή πολιτικής με στόχο τη διατήρηση των αγροοικοσυστημάτων και την ενδυνάμωση της υπαίθρου.
Ο Δήμος Σητείας, που βιώνει όσο λίγες περιοχές στην Ελλάδα τις επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή και την ερημοποίηση, συμμετέχει σε πολλές διακρατικές δράσεις και πρωτοβουλίες, και κυρίως σε ένα μεγάλο ερευνητικό έργο LIFE – AgrOassis, μεταξύ τριών περιοχών, Κύπρου, Θεσσαλίας και Σητείας, για την αντιμετώπιση της Ερημοποίησης και την Προστασία της Γεωργίας από την Κλιματική Αλλαγή.
Παράλληλα, μέσα από το Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων UNESCO στοχεύει στην προώθηση των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης, οι οποίοι εκφράζουν τις σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις, σε μια προσπάθεια να ανταποκριθούν αποτελεσματικά όλες οι χώρες στα παγκόσμια προβλήματα
Το έργο LIFE – AgrOassis βασίζεται σε τρεις κύριες δράσεις για τη στήριξη της γεωργίας έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής:
- Βελτίωση του εδάφους με φυτοκάλυψη και πρακτικές μηδενικής ή ελάχιστης κατεργασίας του εδάφους.
- Δημιουργία ανθεκτικών φυτοφρακτών.
- Αειφορική Παραγωγή Κομπόστ.
Για την περιοχή της Σητείας έχουν επιλεγεί οι δύο πρώτες δράσεις.
Στη γεωργία στόχος μας θα πρέπει να είναι η «πρόληψη» και όχι η «καταστολή» και για να το πετύχουμε αυτό θα πρέπει να αποκαταστήσουμε τη βιοποικιλότητα στα καλλιεργούμενα εδάφη. Ένας βασικός παράγοντας είναι και η δημιουργία φυτοφρακτών, ακόμα και νησίδων με δασικά είδη μέσα στην καλλιέργειά μας. Πολύ σημαντικός αποδεικνύεται ο ρόλος των φυτοφρακτών στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, μια και είναι τα σημαντικότερα ενδιαιτήματα των πουλιών, φιλοξενώντας πολλά είδη: είναι σημεία φωλιάσματος και λειτουργούν ως δεξαμενή γενετικού υλικού. Στους φυτοφράχτες παρατηρείται μεγάλος αριθμός από ωφέλιμα έντομα, χρήσιμα στη διαχείριση των «βλαβερών» εντόμων. Επιπλέον, έχουμε και οικονομικό όφελος στην αγροτική οικογένεια από την παραγωγή αρωματικών φυτών ή χαρουπιών κ.λπ. Οι φυτοφράκτες δεν είναι σίγουρα μια νέα πρακτική. Επισκεπτόμενοι παλιές καλλιέργειες και σε χωριά που παραδοσιακά καλλιεργούσαν ελιές στην ενδοχώρα της Σητείας, βλέπουμε ότι η φύτευση φυτοφρακτών ήταν από τις βασικές καλλιεργητικές πρακτικές. Φυσικά όχι από οικολογική ή άλλη ανησυχία, αλλά από την ανάγκη της οριοθέτησης του αγροτεμαχίου, από την ανάγκη καλλιέργειας δένδρων για την παραγωγή ζωοτροφής, όπως τα χαρούπια, καρπών όπως τα αμύγδαλα και τα αχλάδια και φυσικά κυπαρισσιών για την εξασφάλιση δομικών υλικών. Όμως, όλα αυτά δημιούργησαν ένα υγιές αγροοικοσύστημα με πολλαπλά οφέλη για την καλλιέργεια και τον παραγωγό.
Η προσπάθεια του έργου είναι να ερευνήσει ποιες είναι οι θετικές επιπτώσεις των φωτοφρακτών στις καλλιέργειες σε συνθήκες ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών και την ανάπτυξη μιας νέας μυθολογίας παραγωγής βαθύρριζων φυτών στο φυτώριο με ελάχιστες απαιτήσεις για νερό. Για την ανάπτυξη των βαθύρριζων δενδρυλλίων θα χρησιμοποιούνται σωλήνες PVC, 60εκ. βάθους, σε σχέση με τις κλασικές γλάστρες-σακούλια για 90 ημέρες.
Στόχος είναι η ανάπτυξη μεγαλύτερου κατά μήκος ριζικού συστήματος στους σωλήνες σε σχέση με τις γλάστρες, καθώς επίσης και μεγαλύτερη παραγωγικότητα του βλαστού και της ρίζας στο σωλήνα σε σχέση με τη γλάστρα. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, τα φυτάρια προσαρμόζονται ήδη από το φυτώριο σε συνθήκες ξηρασίας με στόχο την εξοικονόμηση νερού ποτίσματος και την προσαρμογή τους σε συνθήκες στρες για την μετέπειτα επιτυχή φύτευση σε ξερικά εδάφη.
Έχουν φυτευτεί: κυπαρίσσι Cupressus sempervirens, χαρουπιά Ceratonia siliqua, άγρια αμυγδαλιά Prunus dulcis, άγρια αχλαδιά Pyrus spinosa, σχίνος Pistacia lentiscus, πρίνος Quercus coccifera, άγρια ελιά Olea europaea oliester και αρωματικά φυτά: Δενδρολίβανο Rosmarinus officinalis, φασκόμηλο Salvia triloba, Θρούμπι Satureja thymbra, μαντζουράνα Origanum majorana.
Η δεύτερη δράση αφορά τη βελτίωση του εδάφους με φυτοκάλυψη, με πρακτικές μηδενικής ή ελάχιστης κατεργασίας του εδάφους
Συγκεκριμένα, οι καλλιεργητικές εκτάσεις στην Κύπρο και στη Θεσσαλία χαρακτηρίζονται από χαμηλούς ρυθμούς διείσδυσης του νερού, κακή δομή και είναι ευάλωτες στη διάβρωση και την ερημοποίηση, χαρακτηριστικά που επιδεινώνονται από την κλιματική αλλαγή. Οι παραδοσιακές πρακτικές άροσης, σε αροτραίες καλλιέργειες, επιδεινώνουν αυτά τα φαινόμενα επιταχύνοντας τη διάβρωση και υποβαθμίζοντας την ποιότητα του εδάφους.
Με την προώθηση μεθόδων μηδενικής και μειωμένης κατεργασίας του εδάφους, το έργο αποσκοπεί στη μείωση της συμπίεσης του εδάφους, στη βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του εδάφους και την προστασία της βιοποικιλότητας, καθώς και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του εδάφους σε ασθένειες. Αυτές οι πρακτικές εμπλουτίζουν το έδαφος με οργανική ύλη, αυξάνουν την ικανότητά του να συγκρατεί νερό, μειώνοντας τα φαινόμενα διάβρωσης και το κόστος παραγωγής και είναι κρίσιμες για την αποτροπή της ερημοποίησης και τη διασφάλιση της υγείας του εδάφους. Τέλος, οι πρακτικές μηδενικής κατεργασίας του εδάφους ευνοούν τη βιοποικιλότητα των αρθροπόδων, τα οποία συμβάλλουν στο φυσικό έλεγχο των επιβλαβών οργανισμών.
Αν πραγματικά θέλουμε να παράγουμε αυτό το εξαιρετικό προϊόν, το ελαιόλαδο, που αποτέλεσε τη βάση της ανάπτυξης της Σητείας, αν θέλουμε να δούμε ξανά να επανέρχεται η βιοποικιλότητα στα αγροκτήματά μας, αν δεν θέλουμε να δούμε την ύπαιθρο και τα χωριά μας να εγκαταλείπονται, τότε ο δρόμος είναι ένας: Να μην κάνουμε μακροχρόνιους σχεδιασμούς αλλά να καλλιεργούμε με όρους αειφορίας και με τη σκέψη μας στη φύση που έχει πολλά να μας διδάξει και να μας μάθει.
Γράφει ο Βαγγέλης Περάκης, Γεωπόνος ΤΕ ,Συντονιστής του Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO της Σητείας-από το τεύχος 113 του περιοδικού Ελιά & Ελαιόλαδο.
πηγή: olivenews

